Χτες το βράδυ είδα το πιο απίστευτο όνειρο

Λένε ότι τα όνειρα τα ξεχνάς μετά από λίγη ώρα ξύπνιος. Δεν σου μένουν πολλά στοιχεία.

Το συγκεκριμένο όνειρο το θυμάμαι όλο και θέλω να το καταγράψω γιατι μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Μια τεράστια λάμψη εμφανίστηκε από την Σελήνη. Σκόνη και πέτρες εκτοξεύτηκαν από την επιφάνεια της. Σφαιρικά γύρω της η σελήνη έλαμπε και η επιφάνεια της εξαφανιζόταν. Στην θέση της όταν απομακρύνθηκε η σκόνη και οι πέτρες που είχε η επιφάνεια της, ένα τεραστίων διαστάσεων διαστημόπλοιο εμφανίστηκε στην θέση της.

Το φαινόμενο το είδαν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη. Η λάμψη έφτασε στην Γη και ξαφνικά έλαμψε στον ουρανό. Έγινε η νύχτα μέρα και 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι πάγωσαν ξαφνικά εκεί που ήταν. Έμειναν ακινητοποιημένοι σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Μετά από λίγο, όλος ο πλυθυσμός της Γης εξαφανίστηκε από τον πλανήτη. Στο λεπτό. Σαν τηλεμεταφορά. Ο πλανήτης έμεινε έρημος. Χωρίς ανθρώπους. Μόνο τα κτίρια και οι ανθρώπινες κατασκευές απέμειναν. Και όλα τα είδη ζώων πουλιών και ψαριών.

Μετά από λίγο εμφανίστηκαν όλοι οι άνθρωποι μέσα σε άσπρα τετράγωνα κελιά με ένα δωμάτιο, χωρισμένοι ανα οικογένεια, και ντυμένοι με γκρί στολές όλοι τους.

Οι στολές ήταν εφαπτόμενα κολητές πάνω τους και δεν μπορούσαν να τις βγάλουν με τίποτα. Κάτι σαν ολόσωμα κολάν που κάλυπταν όλη την επιφάνεια του σώματος εκτός από το κεφάλι τις πατούσες και τα χέρια από τον καρπό και κάτω. Στις άκρες του λαιμού των καρπών και στις πατούσες υπήρχαν μαύρα σιδερένια κολλάρα που «έδεναν» την στολή ώστε να μην μπορεί να βγεί με κανέναν τρόπο. Τα σιδερένια κολλάρα ήταν πανάλαφρα και δεν έσφιγκαν το σώμα.

Οι στολές επίσης είχαν μια μαύρη σιδερένια ζώνη στην μέση με ένα μπλέ κουμπί. Πατώντας το μπλέ κουμπί, το κομμάτι της στολής από την μέση έως τα μπούτια εξαφανιζόταν εντελώς και σε άφηνε γυμνό μόνο στα συγκεκριμένα σημεία.

Στο δωμάτιο υπήρχε μια λεκάνη σαν τουαλέτα, και 2 άσπρα μονά κρεβάτια κτισμένα στο κελί σαν προέκταση του. Τίποτα άλλο. Ούτε πόρτες ούτε παράθυρα. Ούτε τραπέζια ούρε σεντόνια.Τίποτα. Το φώς ήταν μπλέ άσπρο κάτι σαν black light. Η θερμοκρασία ήταν κανονική.

Το ταβάνι ήταν πολύ ψηλά γύρω στα 5 μέτρα, ανοικτό εντελώς και είχε παντού κάγκελα. Μαύρα κάγκελα κάλυπταν όλη την επιφάνεια του.

Εμφανίστηκα και εγώ σε ένα τέτοιο κελί με την γυναίκα μου και τα δυο αγοράκια μου. 4 και 2 ετών. Τα παιδιά και η γυναίκα μου φορούσαν και αυτοί τις ίδιες κολλητές γκρί στολές.

Σε μια πανοραμική όψη των κελιών από ψηλά τρόμαξα. Μικρά τετράγωνα κουτάκια με εκατομμύρια λευκά κελιά κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο χωρις διαδρόμους πόρτες ή παράθυρα μεταξύ τους. Κελιά που περιείχαν δισεκατομμύρια ανθρώπους στοιβαγμένους και χωρισμένους ανα οικογένεια.

Οι άνθρωποι που ήταν μέσα στα κελιά που εφάπτονταν μεταξύ τους μιλούσαν τελείως διαφορετικές γλώσσες. Δηλαδη η μεταξύ τους συννενόηση ήταν αδύνατη. Για παράδειγμα το δικό μου κελί που ήμασταν Έλληνες είχε στα τέσσερα κελιά γύρω του Ινδούς, Κινέζους, Βραζιλιάνους και Αφρικανούς. Και το ίδιο είχαν τα κελία που εφάπτονταν σ αυτά. Όλοι χωρισμένοι με διαφορετικές εθνικότητες.

Όταν η πανοραμική όψη των κελιών μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, είδα ότι όλα τα κελιά βρίσκοταν στην επιφάνεια της Σελήνης. Σε όλη την επιφάνεια της. Παντού. Ήμασταν φυλακισμένοι σε τροχιά γύρω από την Γη σε ένα τεχνητό πλανήτη – διαστημόπλοιο – φυλακή. Το διαστημόπλοιο ήταν άδειο δεν είχε άλλες μορφές ζωής. Δεν είχε τίποτα. Μόνο τα ψηλά άσπρα κελιά και 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Όλα τα κελιά κυκλικά στην επιφάνεια της σελήνης κοιτούσαν τα άστρα. Μέσα από τα μαύρα κάγγελα το θέαμα ήταν απευθείας το διάστημα και τα άστρα. Ήταν ένας μικρός τεχνητός πλανήτης με εκατομμύρια κελιά στην επιφάνεια του παντού και θέα το σύμπαν και την Γη.

Η καθημερινότητα της οικογένειας μου ήταν να μην κάνουν τίποτα. Δεν είχαν να κάνουν τίποτα. Τίποτα να ασχοληθούν τίποτα να δούν και με κανέναν άλλον να μιλήσουν. Κάθε 8 ώρες εμφανίζονταν στην μέση του δωματίου φαγητό και νερό. Οργανικές τροφές σαν πουρές διαφόρων χρωμάτων σε μερίδες αναλόγως το πλήθος των ανθρώπων που βρίσκοταν σε αυτά τα κελιά. Χωρίς κουτάλια πιρούνια η κάτι άλλο. Ένα μπώλ στον κάθε ένα με την τροφή και ένα ποτήρι νερό. Σε χρώμα άσπρο και χάρτινα.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω στην καθημερινότητα μου ήταν να συνομιλώ με την οικογένεια μου και την γυναίκα μου. Συνέχεια. Να μιλάω στα παιδιά μου να λέμε τραγουδάκια να προσπαθώ να τα διασκεδάζω και να περνάνε όσο καλά γίνεται σε ένα τέτοιο μέρος.

Ένοιωθα πολύ άσχημα. Ένοιωθα πνιγμένος. Εγκλωβισμένος. Ήμουν εγλωβισμένος. Ήμουν φυλακισμένος σε μια «τέλεια» λευκή φυλακή με θέα τα άστρα.

Ο καιρός πέρναγε. Καμία επικοινωνία με κανέναν «εξωγήινο». Μόνο κραυγές, κλάματα φωνές και συνομιλίες που δεν καταλαβαίναμε. Χιλιάδες φωνές. Ένα απίστευτο βουητό που δεν σταμάταγε ποτέ. Με τον καιρό έγινε συνήθεια. Με τον καιρό εξαφανίστηκε.

Καθημερινά μετράγαμε τα άστρα. Βλέπαμε την Γη και σκεφτόμασταν τι είναι αυτό που περνάμε. Τι συμβαίνει και τι θα απογίνουμε. Γιατι να γίνει αυτό σε μας και τι θα απογίνουν τα παιδιά μας. Τι θα απογίνουν οι άνθρωποι.

Μετά από περίπου ένα μήνα ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Όλοι στρέψαμε τα βλέματα μας προς τα άστρα και την Γη. Κατι γινόταν στον πλανήτη μας αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε. Το μόνο που βλέπαμε ήταν σύννεφα σκόνης να την περικυκλώνουν. Μαύρα πυκνά σύνεφα να την εξαφανίζουν εντελώς σε όλα τα σημεία της.

Τα μαύρα σύννεφα παρέμειναν γύρω από την Γη περίπου 24 ώρες. Μετά εξαφανίστηκαν εντελώς.

Είχαμε τρελαθεί εκει πάνω με την γυναίκα μου. Δεν ξέραμε τι συμβαίνει τι θα γίνει πως θα επιβιώσουμε πόσο θα είμαστε εδώ. Τι θα γίνουν τα μικρά παιδάκια μας.

Το επόμενο «πρωι», 24 ώρες περίπου μετά παγώσαμε και πάλι. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Και ξαφνικά εξαφανιστήκαμε από την λευκή φυλακή.

Εμφανιστήκαμε σε ένα χωράφι με δέντρα και πέτρες. Γύρω μας ήταν δάσος ερημιά. Δεν υπήρχε τίποτα. Ίχνος πολιτισμού. Κοιτάξαμε αμέσως ψηλά στον ουρανό. Η Σελήνη ήταν εκεί. Άσπρη και μαύρη με τετράγωνα κουτάκια σε όλη την επιφάνεια της. Ήμασταν πίσω στην Γη.

Αλλα πού ημασταν; Σε ποιο μέρος της; Κάτι μου θύμιζε το μέρος πάντως. Κάτι περίεργο. Μετά από λίγη ώρα εξερεύνησης ανακαλύψαμε και άλλους ανθρώπους. Φόραγαν και αυτό τις γνωστές γκρί στολές. Πιο κάτω και άλλοι. Και άλλοι. Μιλήσαμε μεταξύ μας. Ενωθήκαμε όλοι μαζί ψάχνωντας να βρούμε νερό φαγητό και που ήμασταν. Ήταν όλοι Έλληνες. Κάποιοι ήταν και γνωστοί ή συγγενείς.

Τελικά ανακαλύψαμε ότι ήμασταν πίσω στο σπίτι μας. Είχαμε εμφανιστεί στο σημείο που ήταν το σπίτι μου. Αλλα το σπίτι μου δεν ήταν εκεί. Κανένα σπίτι δεν ήταν εκεί. Ούτε δρόμοι αυτοκίνητα. Τίποτα. Ήμουν στην τοποθεσία του σπιτιού μου αλλά γύρω μου υπήρχαν δέντρα βλάστηση πέτρες και χώμα.

Ήμουν σε μια νέα Γη. Μια Γη παρθένα από το άγγιγμα του ανθρώπου. Μια Γη που δεν είχε πουθενά καμια ανθρώπινη κατασκευή. Μια Γη όπως ήταν πρίν εμφανιστεί ο άνθρωπος.

Ηταν απίστευτο. Είχαμε μια δεύτερη ευκαιρία. Τώρα κατάλαβα. Τώρα τα κατάλαβα όλα. Όλοι μας καταλάβανε. Καταλάβαμε πολύ καλα. Ευτυχώς. Τώρα θα ξεκινήσουμε πάλι από το μηδεν και θα τα κάνουμε πλέον σωστά.

Θα τα κάνουμε ;

Ξύπνησα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s