Κακές Συνήθειες…

26-04-2015 02:28

Τελικά οι κακές συνήθειες είναι αυτό που μας δένει στα παλιά. Μας δένει και μας κάνει να κάνουμε αυτό το κάτι το διαφορετικό από την καθημερινότητα. Αυτή η ανάγκη του να κάνουμε κάτι διαφορετικό είναι μαγική.

Μια μαγική ανάγκη που παραπέμπει σε μια κακή συνήθεια. Η οποία όμως μας απελευθερώνει μας απωγειώνει μας κάνει τόσο διαφορετικούς από αυτό που είμαστε.

Πως το γουστάρω αυτό.

Φίλε Ριχάρδε θα ήθελα να ήσουν εδώ σήμερα να κάνουμε την κακή μας συνήθεια.

Σου αφιερώνω το φοβερό τραγούδι του Μιλτιάδη Πασχαλίδη «Κακές Συνήθειες»…

Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ
να κλέψω το γλυκό μέσα απ’ το βάζο
με ξύλινα σπαθιά να πολεμώ
και μια ζωή στα πόδια να το βάζω

Μα ό,τι μας δένει στα παλιά
είναι οι κακές συνήθειες
το νιώθω τώρα καθαρά
πως είναι αργά γι’ αλήθειες

Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω
τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα
όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω
κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο

Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ
στα λάθη μου φτηνά να τη γλιτώσω
μου μάθαν να φοβάμαι ό,τι αγαπώ
και μια ζωή να φεύγω πριν να δώσω

Μα ό,τι μας δένει στα παλιά
είναι οι κακές συνήθειες
το νιώθω τώρα καθαρά
πως είναι αργά γι’ αλήθειες

Όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω
τα πιο μεγάλα ψέματα στα πιο αθώα βλέμματα
όλη μου η ζωή συνένοχη και πώς γουστάρω
κάτι απογέματα με καφέ και τσιγάρο

Advertisements

Spoilers…

26-01-2014 03:51

«Να φτιάξω τον δίσκο του Μάνου;» ρώτησε ο Ριχάρδος τον Λευτέρη.

Για τα μπριζάκια είχε έρθει να πάρει ο Ριχάρδος. Δεν τα βρήκαμε ποτέ. Τι ντουλάπες ψάξαμε, τι κουτιά, τι βαλίτσες. ‘Αφαντα τα μπριζάκια.

Ο Λευτέρης είχε γίνει μόλις 37 ετών και 1 ημέρας. Το προηγούμενο βράδυ δεν πέρασε και πολύ καλά και το σημερινό βράδυ με τον Ριχάρδο τον βοήθησε πολυ να του φτιάξει η διάθεση.

Πως δεν τον έκαψε με το κλιματιστικό τον Λευτέρη ο Ριχάρδος. Στο τσάκ τη γλίτωσε. Του το χε γυρίσει απάνω του και τον έκαιγε.

Είχαν λιώσει στα γέλια για άλλο ένα βράδυ. Το χρειαζόντουσαν πολύ αυτή τη φορά.

Καλοκαίρι 2001

Είχαν πεί οτι τίποτα δεν θα τους χώριζε ποτέ.

Δεν ήξεραν. Δεν το περίμεναν. Ήταν κάτι άγνωστο και πρωτόγνωρο για αυτούς. Ο Μήτσος δεν ήταν πια μαζί τους.

Τους άλλαξε. Τους ένωσε. Ο Λευτέρης ο Ντέλλος και ο Ριχάδρος άλλαξαν για πάντα. Και ήταν ξανά για πάντα μαζί.

 

Το ψυγειο που εξαφανιζει πραγματα…

Στο σπιτι του Ντελου υπαρχει κατι μαγικο. Στο πισω μπαλκόνι βρισκεται ενα ψυγειο που οτι του βαλεις μεσα…. ξαφνικα εξαφανιζεται.

Του λεει ο Ριχαρδος μια φορα. » Ρε συ Ντελλο που ειναι το επιτραπεζιο να παιξουμε:». Εξσω στο ψυγειο το χω βαλει. Πηγαινε να το βρει ο Ντελλος, αφαντο το επιτραπεζιο. Ρε μανα που ειναι αυτο που χα βαλει στο ψυγειο της ελεγε; Α αυτο; Το πεταξα στα σκουπίδια. Τα πεταγε παιδια η μανα του.

Λιωσαν στο γελιο ο Λεωνίδας ο Ριχαρδος και ο Μητσος.

Το μαγικο ψυγειο…

Εδω δεν ηρθαμε για να θυμομαστε. Ήρθαμε για να ξεχνάμε…

Ιούνιος 1999

Ο Ριχάρδος και και Λευτέρης ανεβαίνουν στο οχηματαγωγό Λεωνίδας με προορισμό την Κάλυμνο. Θα φτάσουν μετά από 16 ώρες ταξίδι και έχοντας πιεί καμιά 10ριά κουτάκια μπύρα στο μπαλκόνι του καραβιού.

Και όταν φτάσουν – κομμάτια πια από τις μπύρες – θα τους περιμένουν 4 εικοσάχρονα κοριτσάκια να τα πιείς στο ποτήρι.

Η κοπελιά του Ριχάρδου με την αδερφή της, η Μαρίνα και η Φιλιώ.

Πέρασαν τέλεια. Εκεί έκαψαν με τσιγάρα ο ένας το χέρι του άλλου, κομμάτια από τα ουίσκια στο μαγαζί που δούλευαν οι 4 κοπέλες.

Τα σημάδια έχουν μείνει για πάντα.

Πέρασαν τέλεια. Και ασ μην έγινε τελικά το cone με την Μαρίναι με τον Λευτέρη.

6-10-2012 05:13

Ο Ριχάρδος έχει ξαπλώσει στον κόκκινο καναπέ της ταράτσας μετά από χ2 με τον Λευτέρη.

Ο Λευτέρης γυρνάει και του λέει: «Ρε φίλε τόσες Παρασκευές που είμαστε εδώ και περνάμε τέλεια, δεν θυμάμαι τίποτα. Καμμία Παρασκευή».

Και γυρνάει και του απαντάει ο Ριχάρδος «Ρε φίλε εδώ δεν ήρθαμε για να θυμόμαστε. Ήρθαμε για να ξεχνάμε…»

Οι δυο φίλοι γέλασαν και συνέχισαν το ταξίδι τους στην ταράτσα τους…

Η πυξίδα

Απο μικρός στην αγκαλία των λογισμών μου

είχα διαλέξει από όλα μου τα πάθη

να κυνηγάω με το ξύλινο αλογό μου

μια οπτασία που κρυβότανε στα δάση.

Από μικρός γυροβολούσα τα ποτάμια

με άγριους φίλους που χτυπούσαν τα σπαθιά τους

ξάπλωνα νύχτα στα βρεγμένα τα καλάμια

και δίπλα ο Έλβις είχε ανοίξει την καρδία του

Ζήσε μονάχα τη στιγμή και άσε το μετά

ένα σωσίβιο η ζωή που ξεφουσκώνει αργά

Μικρός πολύ σε μια σπηλιά με σταλακτίτες

μπροστά μου πέταξε μια μαύρη νυχτερίδα

πες μου που παν όταν πεθαίνουν οι αλήτες

αφού η ψυχή τους έχει χάσει την πυξίδα

ΣΚΔΤ…θα γυρνούσαν την Πρωτομαγιά

Πως να περιγράψει κανείς αυτο που έγινε εαν δεν το θυμάται καθόλου;

Το Σαββάτο 28-04-2012 και ώρα 15:00 , ο Ριχάρδος είχε φορτώσει με ρούχα το κόκκινο σακίδιο του και ανέβαινε τα σκαλοπάτια του σπιτιού του Λεωνίδα λές και πήγαινε 10 ημέρες στην Μύκονο.

Έτσι ήταν η φάτσα του όταν μπήκε στο σπίτι του Λεωνίδα.

Ο Λεωνίδας ήταν μόνος του. Η γυναίκα του και τα δυο παιδιά του είχαν πάει τετραήμερο στο νησί του παππού.

Θα γυρνούσαν την Πρωτομαγιά.

Και ο Λεωνίδας με τον Ριχάρδο είχαν πάει τετραήμερο. Τετραήμερο οι δυο τους στο σπίτι του Λεωνίδα.

Θα γυρνούσαν την Πρωτομαγιά.

Πρέπει να πέρασαν καλά πάντως. Δεν θυμούνται και πολλά. Θυμούνται κάποιες στιγμές όπως «Οδύσσεια 2001» στις 4 το πρωί ή οτι πήγαν Avengers αλλά δεν θυμούνται σε ποιό σινεμά.

Ένα θυμούνται. Οτι κάναν πολλά.

Κάναν πολλά ώστε να μην θυμούνται τίποτα.

Για να βρεθούν ένα μήνα μετά και να ενώσουν τις αναμνήσεις τους μπας και θυμηθούν τίποτα.

Ένα θυμούνται. Οτι περάσαν καλά.

Χτες το βράδυ είδα το πιο απίστευτο όνειρο

Λένε ότι τα όνειρα τα ξεχνάς μετά από λίγη ώρα ξύπνιος. Δεν σου μένουν πολλά στοιχεία.

Το συγκεκριμένο όνειρο το θυμάμαι όλο και θέλω να το καταγράψω γιατι μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

Μια τεράστια λάμψη εμφανίστηκε από την Σελήνη. Σκόνη και πέτρες εκτοξεύτηκαν από την επιφάνεια της. Σφαιρικά γύρω της η σελήνη έλαμπε και η επιφάνεια της εξαφανιζόταν. Στην θέση της όταν απομακρύνθηκε η σκόνη και οι πέτρες που είχε η επιφάνεια της, ένα τεραστίων διαστάσεων διαστημόπλοιο εμφανίστηκε στην θέση της.

Το φαινόμενο το είδαν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη. Η λάμψη έφτασε στην Γη και ξαφνικά έλαμψε στον ουρανό. Έγινε η νύχτα μέρα και 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι πάγωσαν ξαφνικά εκεί που ήταν. Έμειναν ακινητοποιημένοι σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Μετά από λίγο, όλος ο πλυθυσμός της Γης εξαφανίστηκε από τον πλανήτη. Στο λεπτό. Σαν τηλεμεταφορά. Ο πλανήτης έμεινε έρημος. Χωρίς ανθρώπους. Μόνο τα κτίρια και οι ανθρώπινες κατασκευές απέμειναν. Και όλα τα είδη ζώων πουλιών και ψαριών.

Μετά από λίγο εμφανίστηκαν όλοι οι άνθρωποι μέσα σε άσπρα τετράγωνα κελιά με ένα δωμάτιο, χωρισμένοι ανα οικογένεια, και ντυμένοι με γκρί στολές όλοι τους.

Οι στολές ήταν εφαπτόμενα κολητές πάνω τους και δεν μπορούσαν να τις βγάλουν με τίποτα. Κάτι σαν ολόσωμα κολάν που κάλυπταν όλη την επιφάνεια του σώματος εκτός από το κεφάλι τις πατούσες και τα χέρια από τον καρπό και κάτω. Στις άκρες του λαιμού των καρπών και στις πατούσες υπήρχαν μαύρα σιδερένια κολλάρα που «έδεναν» την στολή ώστε να μην μπορεί να βγεί με κανέναν τρόπο. Τα σιδερένια κολλάρα ήταν πανάλαφρα και δεν έσφιγκαν το σώμα.

Οι στολές επίσης είχαν μια μαύρη σιδερένια ζώνη στην μέση με ένα μπλέ κουμπί. Πατώντας το μπλέ κουμπί, το κομμάτι της στολής από την μέση έως τα μπούτια εξαφανιζόταν εντελώς και σε άφηνε γυμνό μόνο στα συγκεκριμένα σημεία.

Στο δωμάτιο υπήρχε μια λεκάνη σαν τουαλέτα, και 2 άσπρα μονά κρεβάτια κτισμένα στο κελί σαν προέκταση του. Τίποτα άλλο. Ούτε πόρτες ούτε παράθυρα. Ούτε τραπέζια ούρε σεντόνια.Τίποτα. Το φώς ήταν μπλέ άσπρο κάτι σαν black light. Η θερμοκρασία ήταν κανονική.

Το ταβάνι ήταν πολύ ψηλά γύρω στα 5 μέτρα, ανοικτό εντελώς και είχε παντού κάγκελα. Μαύρα κάγκελα κάλυπταν όλη την επιφάνεια του.

Εμφανίστηκα και εγώ σε ένα τέτοιο κελί με την γυναίκα μου και τα δυο αγοράκια μου. 4 και 2 ετών. Τα παιδιά και η γυναίκα μου φορούσαν και αυτοί τις ίδιες κολλητές γκρί στολές.

Σε μια πανοραμική όψη των κελιών από ψηλά τρόμαξα. Μικρά τετράγωνα κουτάκια με εκατομμύρια λευκά κελιά κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο χωρις διαδρόμους πόρτες ή παράθυρα μεταξύ τους. Κελιά που περιείχαν δισεκατομμύρια ανθρώπους στοιβαγμένους και χωρισμένους ανα οικογένεια.

Οι άνθρωποι που ήταν μέσα στα κελιά που εφάπτονταν μεταξύ τους μιλούσαν τελείως διαφορετικές γλώσσες. Δηλαδη η μεταξύ τους συννενόηση ήταν αδύνατη. Για παράδειγμα το δικό μου κελί που ήμασταν Έλληνες είχε στα τέσσερα κελιά γύρω του Ινδούς, Κινέζους, Βραζιλιάνους και Αφρικανούς. Και το ίδιο είχαν τα κελία που εφάπτονταν σ αυτά. Όλοι χωρισμένοι με διαφορετικές εθνικότητες.

Όταν η πανοραμική όψη των κελιών μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, είδα ότι όλα τα κελιά βρίσκοταν στην επιφάνεια της Σελήνης. Σε όλη την επιφάνεια της. Παντού. Ήμασταν φυλακισμένοι σε τροχιά γύρω από την Γη σε ένα τεχνητό πλανήτη – διαστημόπλοιο – φυλακή. Το διαστημόπλοιο ήταν άδειο δεν είχε άλλες μορφές ζωής. Δεν είχε τίποτα. Μόνο τα ψηλά άσπρα κελιά και 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Όλα τα κελιά κυκλικά στην επιφάνεια της σελήνης κοιτούσαν τα άστρα. Μέσα από τα μαύρα κάγγελα το θέαμα ήταν απευθείας το διάστημα και τα άστρα. Ήταν ένας μικρός τεχνητός πλανήτης με εκατομμύρια κελιά στην επιφάνεια του παντού και θέα το σύμπαν και την Γη.

Η καθημερινότητα της οικογένειας μου ήταν να μην κάνουν τίποτα. Δεν είχαν να κάνουν τίποτα. Τίποτα να ασχοληθούν τίποτα να δούν και με κανέναν άλλον να μιλήσουν. Κάθε 8 ώρες εμφανίζονταν στην μέση του δωματίου φαγητό και νερό. Οργανικές τροφές σαν πουρές διαφόρων χρωμάτων σε μερίδες αναλόγως το πλήθος των ανθρώπων που βρίσκοταν σε αυτά τα κελιά. Χωρίς κουτάλια πιρούνια η κάτι άλλο. Ένα μπώλ στον κάθε ένα με την τροφή και ένα ποτήρι νερό. Σε χρώμα άσπρο και χάρτινα.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω στην καθημερινότητα μου ήταν να συνομιλώ με την οικογένεια μου και την γυναίκα μου. Συνέχεια. Να μιλάω στα παιδιά μου να λέμε τραγουδάκια να προσπαθώ να τα διασκεδάζω και να περνάνε όσο καλά γίνεται σε ένα τέτοιο μέρος.

Ένοιωθα πολύ άσχημα. Ένοιωθα πνιγμένος. Εγκλωβισμένος. Ήμουν εγλωβισμένος. Ήμουν φυλακισμένος σε μια «τέλεια» λευκή φυλακή με θέα τα άστρα.

Ο καιρός πέρναγε. Καμία επικοινωνία με κανέναν «εξωγήινο». Μόνο κραυγές, κλάματα φωνές και συνομιλίες που δεν καταλαβαίναμε. Χιλιάδες φωνές. Ένα απίστευτο βουητό που δεν σταμάταγε ποτέ. Με τον καιρό έγινε συνήθεια. Με τον καιρό εξαφανίστηκε.

Καθημερινά μετράγαμε τα άστρα. Βλέπαμε την Γη και σκεφτόμασταν τι είναι αυτό που περνάμε. Τι συμβαίνει και τι θα απογίνουμε. Γιατι να γίνει αυτό σε μας και τι θα απογίνουν τα παιδιά μας. Τι θα απογίνουν οι άνθρωποι.

Μετά από περίπου ένα μήνα ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Όλοι στρέψαμε τα βλέματα μας προς τα άστρα και την Γη. Κατι γινόταν στον πλανήτη μας αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε. Το μόνο που βλέπαμε ήταν σύννεφα σκόνης να την περικυκλώνουν. Μαύρα πυκνά σύνεφα να την εξαφανίζουν εντελώς σε όλα τα σημεία της.

Τα μαύρα σύννεφα παρέμειναν γύρω από την Γη περίπου 24 ώρες. Μετά εξαφανίστηκαν εντελώς.

Είχαμε τρελαθεί εκει πάνω με την γυναίκα μου. Δεν ξέραμε τι συμβαίνει τι θα γίνει πως θα επιβιώσουμε πόσο θα είμαστε εδώ. Τι θα γίνουν τα μικρά παιδάκια μας.

Το επόμενο «πρωι», 24 ώρες περίπου μετά παγώσαμε και πάλι. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Και ξαφνικά εξαφανιστήκαμε από την λευκή φυλακή.

Εμφανιστήκαμε σε ένα χωράφι με δέντρα και πέτρες. Γύρω μας ήταν δάσος ερημιά. Δεν υπήρχε τίποτα. Ίχνος πολιτισμού. Κοιτάξαμε αμέσως ψηλά στον ουρανό. Η Σελήνη ήταν εκεί. Άσπρη και μαύρη με τετράγωνα κουτάκια σε όλη την επιφάνεια της. Ήμασταν πίσω στην Γη.

Αλλα πού ημασταν; Σε ποιο μέρος της; Κάτι μου θύμιζε το μέρος πάντως. Κάτι περίεργο. Μετά από λίγη ώρα εξερεύνησης ανακαλύψαμε και άλλους ανθρώπους. Φόραγαν και αυτό τις γνωστές γκρί στολές. Πιο κάτω και άλλοι. Και άλλοι. Μιλήσαμε μεταξύ μας. Ενωθήκαμε όλοι μαζί ψάχνωντας να βρούμε νερό φαγητό και που ήμασταν. Ήταν όλοι Έλληνες. Κάποιοι ήταν και γνωστοί ή συγγενείς.

Τελικά ανακαλύψαμε ότι ήμασταν πίσω στο σπίτι μας. Είχαμε εμφανιστεί στο σημείο που ήταν το σπίτι μου. Αλλα το σπίτι μου δεν ήταν εκεί. Κανένα σπίτι δεν ήταν εκεί. Ούτε δρόμοι αυτοκίνητα. Τίποτα. Ήμουν στην τοποθεσία του σπιτιού μου αλλά γύρω μου υπήρχαν δέντρα βλάστηση πέτρες και χώμα.

Ήμουν σε μια νέα Γη. Μια Γη παρθένα από το άγγιγμα του ανθρώπου. Μια Γη που δεν είχε πουθενά καμια ανθρώπινη κατασκευή. Μια Γη όπως ήταν πρίν εμφανιστεί ο άνθρωπος.

Ηταν απίστευτο. Είχαμε μια δεύτερη ευκαιρία. Τώρα κατάλαβα. Τώρα τα κατάλαβα όλα. Όλοι μας καταλάβανε. Καταλάβαμε πολύ καλα. Ευτυχώς. Τώρα θα ξεκινήσουμε πάλι από το μηδεν και θα τα κάνουμε πλέον σωστά.

Θα τα κάνουμε ;

Ξύπνησα…

Μοναδικές Στιγμές

Μοναδικές Στιγμές έχουμε περάσει οι τέσσερις μας.

4 Φίλοι που απο τότε που γνωρίστικαν έχουν κάνει απίστευτα πράγματα μαζί.

Και συνεχίζουν να κάνουν ακόμα και τώρα στα 35 τους.

Απλώς τώρα είναι 3.

10-03-2012 02:16

Στην ταράτσα την γνωστή, έτοιμοι για Star Wars II, ο Λεωνίδας και ο Ριχάρδος ομολογούν ο ένας στον άλλον ότι την προηγούμενη Παρασκευή που δεν συνατήθηκαν, έλειψε πολύ ο ένας στον άλλον.

Και γελώντας, οι δυο φίλοι, συνέχισαν να περνάνε Μοναδικές Στιγμές…

Τι είναι αυτό που μας ενώνει…

Τι είναι αυτό που μας ενώνει, μας χωρίζει, μας πληγώνει….

είναι ο χρόνος που τελειώνει και ξανά μένουμε μόνοι…

Έτσι ξεκινήσαμε όλοι. Μόνοι. Και στην πορεία συναντηθήκαμε.

Τέσσερις εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά με τόσα πολλά κοινά…

Ο Λευτέρης ο Ριχάρδος ο Μήτσος και ο Ντέλλος.

Τέσσερις έφηβοι με τόσα όνειρα στις πλάτες τους. Τέσσερις έφηβοι που μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Αλλά δεν τον άλλαξαν. Αυτό που άλλαξαν είναι οι ζωές τους όταν συναντηθήκανε.

Ειλικρινά πιστεύω μετά από τόσα χρόνια οτί θα ήμουν ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος αν δεν τους γνώριζα.

Ένας ξενέρωτος. Η κάτι εντελώς διαφορετικό.

Ο κάθε ένας από αυτούς πρόσθεσε στην ζωή μου αυτό το «κάτι» που έλειπε. Αυτό το «κάτι» που με έκανε τον 35ρη που είμαι.

4-2-2012 01:00

Στην ταράτσα. Κλασικά. Μόνος. Περιμένω τον Ριχάρδο να έρθει.

Περίεργο. Έκανα χ1 μόνος μου σήμερα. Μικρό όμως. Τα καλά τα μεγάλα μαζί φιλαράκο μου.

Ισως να μην είναι και τόσο περίεργο. Ίσως χρειάζομαι και λίγο χρόνο για μένα. Για τον Λευτέρη.

Καθημερινότητα. Τρέξιμο. Δουλειά. Γυρνάω 6:30 με 7:00 το απόγευμα. Με περιμένει η οικογένεια.

Η γυναίκα μου και οι δυο γίοι μου. Τους αγαπώ πολύ. Περνάω υπέροχα. Μ’ αρέσει η οικογενειακή ζωή το παραδέχομαι.

Αυτό που δημιούργησα δεν ήταν κάτι το απλό. Πέρασε από 40 κύμματα, καβγάδες με γονείς, έρωτες, τσακωμούς.

Αγάπη.

Πάλεψα για να γίνει. Δεν ήταν κάτι εύκολο.

Το αποτέλεσμα όμως με αντάμειψε και με το παραπάνω. Δυο υπέροχα αγγελούδια, δυο μικρά αγοράκια που μ αγαπάνε και τα αγαπώ κ εγώ πάρα πολυ. Και μια γυναίκα που με φροντίζει με αγαπάει και τα κρατάει όλα στην εντέλεια.

Παλεύει καθημερινά. Την αγαπάω ειλικρινά.

Μέσα σε όλα αυτά, τι να προλάβεις να κάνεις για τον εαυτό σου; Ίσα που προλαβαίνεις – αφού παίξεις κανα 2ωρο με τα παιδιά – να μιλήσεις λίγο με την γυναίκα σου, να «παίξετε» και κανα βράδυ μαζί και μετά να κοιμηθείς γιατι το πρωί δουλεύεις και άντε πάλι από την αρχή.

Αλλά είναι καλά.

Και παλιά ήταν καλά. Το ίδιο. Η μάλλον κάτι «άλλο» αλλά το ίδιο. Μια άλλη φάση. Ένα προηγούμενο στάδιο ας πούμε.

Και αυτό το προηγούμενο στάδιο ήταν υπέροχο.

Τι να πρωτοθυμηθώ.

Δεν μπορώ να τα γράψω εδώ. Δεν ξέρω τι να γράψω. Από πού να αρχίσω και τί να μην ξεχάσω.

Αυτά δεν περιγράφονται. Μένουν στην μνήμη. Για πάντα βαθιά στην μνήμη μας. Είναι μέσα μας.

Μέσα μας και μας βοηθάνε να προχωρήσουμε. Να παλέψουμε. Να ζήσουμε. Όλοι μαζί.

Γιατί είναι ο χρόνος που τελειώνει και ξανά μένουμε μόνοι…

Και μέχρι να μείνουμε μόνοι, ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ.

Σας αγαπάω παιδιά. Σας αγαπάω οικογένεια.

Με κοιτάει τόσους μήνες…

28-01-1995 Αυτή η φωτογραφία του μικρού Λευτέρη από το νηπιαγωγείο, στο οποίο φοραεί ενα κοτλέ παντελόνι με τυράντες και μια κατα-μάλινη λευκή μπλούζα με κοιτάει τόσους μήνες… είπε ο Ριχάρδος στην παρέα που είχε αράξει στο δωμάτιο του Λευτέρη.

«Ρε συ Λευτέρη πως είσαι έτσι εκεί στην φωτογραφία;»

«Πως είμαι ρε μαλάκα. Παιδάκι είμαι τι θές:»

«Μα δεν είναι τι φοράς. Είναι αυτά τα 2 διαφορετικά κουμπιά που έχουν οι τυράντες σου» πετάχτηκε ο Μήτσος.

«Το ένα είναι άσπρο και το άλλο μαύρο. Μα έλεος πως στα έραψε έτσι η μαμά σου: XA XA XA XA XA»  συμπλήρωσε ο Ριχάδος.

«Εμένα με κοιτάει τόσους μήνες….». Ο Ντέλλος πετάχτηκε και είπε ξαφνικά μέσα στην κουβέντα.

Και όλη η παρέα έλιωσε στα γέλια.

Καλά περνάγανε. Ακόμα και καθημερινές μέχρι αργά, συναντιόντουσαν τα παιδιά. Ο Μήτσος ο Ριχάρδος ο Λευτέρης και ο Ντέλλος ο «Ψηλός» ήταν πλέον αχώριστοι φίλοι. Και περνάγανε καλά.

Τίποτα δεν θα χώριζε αυτήν την τρελλή παρεα………Τίποτα:

28-01-2012 03:01 Με κοιτάει τόσους μήνες…

Κάθε φορά που κάθομαι στον υπολογιστή στην ταράτσα μου, αυτό το τεράστιο σκυλάκι που είχα πάρει σε μια επέτειο στην γυναίκα μου με κοιτάει συνέχεια. Γυρίζω στο πλάι πάνω από τον καναπέ και με καρφώνει με τα ψεύτικα πλαστικά μαύρα μάτια του.

«Κάθε φορά που σε κοιτάω ρε Ριχάρδε μου την σπάει αυτό το σκυλάκι που με κοιτάει επίμονα»

«Ποιό σκυλάκι: » Ρωτάει ο Ριχάρδος και γυρνάει πίσω του. Τρομάζει. Το σκυλάκι τον κοιτάει κ αυτόν. Γελάει.

«Ρε φίλε το παλιόσκυλο με κοιτάει τόσους μήνες…»

Και λιώνουν στα γέλια οι δυο φίλοι.

«Καλά ρε μαλακα και γιατί δεν κάνεις αυτό:» του λέει ο Ριχάρδος και πιάνει τον σκυλάκο και τον γυρνάει τούμπα και χώνει το κεφάλι του μέσα στον καναπέ»

Και πλέον ο σκύλος δεν τον κοιτάει τον Λευτέρη.

«Πω πω φίλε με έσωσες. Τι έκανες: Γαματος» του λέει ο Λευτέρης»

«Καλά έλεος εμένα περίμενες τόσο καιρό για να το κάνεις αυτό: Δεν μπορούσες να το σκεφτείς:» του απαντά ο Ριχάρδος.

Και εκεί λιώνουν στα γέλια ξανά και χτυπιούνται.

Άλλο ενα βράδυ στην ταράτσα εξελίσεται ομαλά. Τώρα πάμε για το χ2.

Θα τον σκέφτομαι το βράδυ 2 δευτερόλεπτα πριν κοιμηθώ.